Απόλυση βάσει αλγορίθμου: Τα δικαιώματα των εργαζομένων ενώπιον της ολλανδικής δικαιοσύνης

Ένα από τα σημαντικότερα – στην εποχή των αλγορίθμων – δικαιώματα των φυσικών προσώπων που προβλέπονται στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων είναι το δικαίωμα του άρθρου 22 ΓΚΠΔ:

«Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να μην υπόκειται σε απόφαση που λαμβάνεται αποκλειστικά βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα που το αφορούν ή το επηρεάζει σημαντικά με παρόμοιο τρόπο».

Παράλληλα, το υποκείμενο των δεδομένων και πρόσωπο που υπόκειται στην απόφαση αυτή διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει ενημέρωση για τον τρόπο που λαμβάνεται μια τέτοια απόφαση. Όπως ειδικότερα προβλέπει το άρθρο 15 ΓΚΠΔ:

«1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας επιβεβαίωση για το κατά πόσον ή όχι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υφίστανται επεξεργασία και, εάν συμβαίνει τούτο, το δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και στις ακόλουθες πληροφορίες:

η) την ύπαρξη αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, που προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 4 και, τουλάχιστον στις περιπτώσεις αυτές, σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τη λογική που ακολουθείται, καθώς και τη σημασία και τις προβλεπόμενες συνέπειες της εν λόγω επεξεργασίας για το υποκείμενο των δεδομένων».

 Ιστορικό

Τέσσερις πρώην οδηγοί της Uber (3 κάτοικοι Ηνωμένου Βασιλείου και ένας κάτοικος Πορτογαλίας) προσέφυγαν στην ολλανδική δικαιοσύνη, ζητώντας όπως κριθεί άκυρη η καταγγελία της συνεργασίας τους με την εταιρία, καθώς η σχετική απόφαση είχε ληφθεί κατά τρόπο αποκλειστικά αυτοματοποιημένο, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 ΓΚΠΔ. Οι τέσσερις ενάγοντες ήταν οδηγοί που συνεργάζονταν με την Uber και οι οποίοι ενημερώθηκαν από την εταιρεία πως η σύμβασή τους καταγγέλλεται πρόωρα λόγω διαπίστωσης συμπεριφορών που παραβιάζουν τις πολιτικές της εταιρείας.

Ενδεικτικά, στον έναν εκ των εναγόντων εστάλη τον Ιούνιο 2018 η ακόλουθη ειδοποίηση:

«Μετά από προσεκτική εξέταση του λογαριασμού σας, επιβεβαιώσαμε προηγουμένως συμπεριφορά που παραβιάζει τη συμφωνία συνεργατών της Uber, και συγκεκριμένα την εγκατάσταση και χρήση λογισμικού που έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα τη χειραγώγηση της Εφαρμογής οδηγών και, ως εκ τούτου, ο λογαριασμός σας έχει απενεργοποιηθεί. (…) η απόφαση αυτή είναι οριστική. Δεν θα είμαστε σε θέση να ενεργοποιήσουμε εκ νέου τον λογαριασμό συνεργάτη σας».

Ένα χρόνο αργότερα, έτερος εξ αυτών έλαβε την ενημέρωση ότι:

«Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι ο λογαριασμός σας έχει επισημανθεί για παραβίαση των όρων και των πολιτικών της Uber. Κατά την εξέταση των πρόσφατων διαδρομών μας, παρατηρήσαμε έναν αριθμό παράτυπων διαδρομών που σχετίζονται με δόλιες δραστηριότητες. (…) Ο λογαριασμός σας έχει επισημανθεί για ακατάλληλη χρήση και ως εκ τούτου έχει απενεργοποιηθεί. Δυστυχώς, αυτή η απενεργοποίηση είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη. (..)»

Εν τέλει και στους τέσσερις ενάγοντες εστάλη το ακόλουθο μήνυμα:

«Κατά την επανεξέταση του λογαριασμού σας, παρατηρήσαμε ένα συνεχιζόμενο μοτίβο ακατάλληλης χρήσης της εφαρμογής Uber. (…) Δεν είμαστε σε θέση να υπεισέλθουμε σε περισσότερες λεπτομέρειες, αλλά τα παραδείγματα αθέμιτης χρήσης περιλαμβάνουν την ταυτόχρονη χρήση του λογαριασμού σας ως επιβάτη και οδηγού, τη δημιουργία διπλών λογαριασμών, την αποδοχή δρομολογίων χωρίς την πρόθεση ολοκλήρωσής τους, την απαίτηση ψευδών αμοιβών ή χρεώσεων, την εγκατάσταση και χρήση λογισμικού που έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα τη χειραγώγηση της εφαρμογής οδηγών και των στοιχείων του δρομολογίου. Λόγω των παραπάνω, πήραμε την απόφαση να τερματίσουμε τη συνεργασία μας. Ως αποτέλεσμα, δεν θα μπορείτε πλέον να παρέχετε ανεξάρτητες υπηρεσίες μέσω της εφαρμογής Uber».

Τον Σεπτέμβριο του 2020, οι ενάγοντες ζήτησαν, μέσω του δικηγόρου τους, από την εταιρεία να ανακαλέσει την απόφασή της, ενώ παράλληλα ζήτησαν πρόσβαση στις πληροφορίες του άρθρου 15 ΓΚΠΔ. Η εταιρεία απέρριψε και τα δύο αιτήματα, προβάλλοντας τον ισχυρισμό πως οι σχετικές αποφάσεις της δεν είχαν ληφθεί αποκλειστικά βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, όπως απαιτεί το άρθρο 22 ΓΚΠΔ.

 Η εκδίκαση σε πρώτο βαθμό

Οι ενάγοντες άσκησαν αγωγές, ζητώντας από το δικαστήριο όπως αφενός όπως κρίνει άκυρη την καταγγελία της σύμβασης, αφετέρου όπως υποχρεώσει την εταιρεία να τους χορηγήσει σειρά ειδικότερων πληροφοριών που είχαν ζητήσει. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναγνώρισε το δικαίωμά τους να λάβουν πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες όπως η αξιολόγηση από τους επιβάτες, αλλά δεν δέχθηκε πως επρόκειτο για απόφαση που είχε ληφθεί βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.

Επί του ζητήματος αυτού, η εναγόμενη εταιρεία ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων είχε ως εξής:

«Μια εξειδικευμένη ομάδα υπαλλήλων της Uber (η “ομάδα επιχειρησιακού κινδύνου EMEA”, στο εξής: ομάδα κινδύνου) διερευνά πιθανές δόλιες δραστηριότητες. Προκειμένου να το επιτύχει αυτό, γίνεται χρήση λογισμικού με το οποίο μπορούν να εντοπιστούν πιθανές δόλιες δραστηριότητες. Ανάλογα με τη σοβαρότητα ή τη διάρκεια των δραστηριοτήτων, ένα τέτοιο σήμα ακολουθείται από προειδοποίηση προς τον οδηγό ή έρευνα από υπάλληλο της ομάδας κινδύνου. Οι υπάλληλοι υποχρεούνται να τηρούν τα εσωτερικά πρωτόκολλα με τους δείκτες που μπορεί να υποδεικνύουν διάφορες δόλιες δραστηριότητες κατά τη διεξαγωγή της έρευνας. Τα πρωτόκολλα απαιτούν από τους υπαλλήλους να αναλύουν τις πιθανές ενδείξεις απάτης και τα γεγονότα και τις περιστάσεις για να επιβεβαιώσουν ή να αποκλείσουν την ύπαρξη απάτης. Χρησιμοποιούν επίσης γεγονότα και περιστάσεις που θεωρούν σχετικά, με βάση τις γνώσεις και την εμπειρία τους. Εάν, βάσει της έρευνας, ένας υπάλληλος διαπιστώσει ότι υπάρχει ένα διαρκές μοτίβο απάτης, μπορεί να ληφθεί απόφαση για την απενεργοποίηση του λογαριασμού του οδηγού. Αυτό απαιτεί ομόφωνη απόφαση από δύο υπαλλήλους της ομάδας κινδύνου. Σε περίπτωση αντικρουόμενων συμπερασμάτων, η έρευνα διεξάγεται από τρίτο υπάλληλο της ομάδας κινδύνου».

Ο ισχυρισμός αυτός έγινε δεκτός από το δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι:

«4.24. Οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν την ανωτέρω εξήγηση της Uber σχετικά με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων για το αντίθετο, το δικαστήριο θα θεωρήσει ότι η εξήγηση της Uber είναι ορθή. Με βάση την εν λόγω εξήγηση, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η απόφαση για την απενεργοποίηση των λογαριασμών των εναγόντων 1-2-4 βασίζεται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία. Η Uber υποστήριξε χωρίς αντιφάσεις ότι η απόφαση αυτή ελήφθη από (τουλάχιστον) δύο υπαλλήλους της ομάδας κινδύνου βάσει έρευνας που διεξήγαγε ένας υπάλληλος ως απάντηση σε ενδείξεις απάτης. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη εξήγηση της Uber, η απόφαση για την απενεργοποίηση του λογαριασμού του ενάγοντος 3 ελήφθη αφού πρώτα υπάλληλος της Uber διερεύνησε τα στοιχεία σχετικά με τη χρήση της παραποιημένης εφαρμογής και μίλησε μαζί του. Σε όλες τις περιπτώσεις, αυτό περιελάμβανε ουσιαστική ανθρώπινη παρέμβαση, όπως αναφέρεται στις κατευθυντήριες γραμμές [της Ομάδας Εργασίας του Άρθρου 29].

4.25. Από την εξήγηση της Uber για τη διαδικασία καταπολέμησης της απάτης, που έδωσε κατά την ακρόαση, προκύπτει ότι μετά από ένα σήμα απάτης, η πρόσβαση του οδηγού στην εφαρμογή Driver μπλοκάρεται προσωρινά έως ότου ο οδηγός επικοινωνήσει με έναν υπάλληλο της Uber. Η πρόσβαση στην εφαρμογή Driver ενεργοποιείται εκ νέου μόλις ο οδηγός έρθει σε επαφή. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την εξήγηση της Uber, το δικαστήριο υποθέτει ότι η απόφαση για προσωρινό αποκλεισμό της πρόσβασης στην εφαρμογή Driver μετά από σήμα απάτης λαμβάνεται αυτόματα, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Ωστόσο, αυτός ο προσωρινός αποκλεισμός δεν έχει μακροπρόθεσμα ή μόνιμα αποτελέσματα, έτσι ώστε η αυτοματοποιημένη απόφαση να μην έχει νομικές συνέπειες ή να επηρεάζει σημαντικά τον οδηγό, όπως αναφέρεται στις κατευθυντήριες γραμμές.

4.26. Το συμπέρασμα είναι ότι δεν διαπιστώθηκε ότι η Uber έλαβε αυτοματοποιημένες αποφάσεις κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφος 1 ΓΚΠΔ όσον αφορά τους ενάγοντες..»

Μετά την άσκηση έφεσης από αμφότερες τις πλευρές, το ζήτημα ετέθη στην κρίση του Εφετείου του Άμστερνταμ.

Η κρίση του Εφετείου

α) Ως προς το κατά πόσον πρόκειται για αποφάσεις, οι οποίες παράγουν έννομα που αφορούν τα υποκείμενα ή τα επηρεάζουν σημαντικά με παρόμοιο τρόπο.

Κατά την κρίση του δικαστηρίου, είναι προφανές πως οι αποφάσεις που ελήφθησαν από την εταιρεία για άμεση και αμετάκλητη απενεργοποίηση των λογαριασμών των εναγόντων, πλήττουν αυτούς σε σημαντικό βαθμό. Τούτο διότι οι αποφάσεις αυτές έχουν ως συνέπεια οι οδηγοί να μην μπορούν πλέον να εξασφαλίσουν το εισόδημά τους μέσω της χρήσης της εφαρμογής Uber Driver και, ως εκ τούτου, να μην μπορούν πλέον να αποσβέσουν τις επενδύσεις που έκαναν, ενώ παράλληλα από την ενημέρωση της ίδιας της εταιρείας σε ενδεχόμενο ειδοποίησης της αστυνομίας προκύπτει σοβαρό ενδεχόμενο για περαιτέρω επιπτώσεις, τόσο ποινικές, όσο και διοικητικές, όπως για παράδειγμα την άδεια ταξί.

β) Ως προς το κατά πόσον η απόφαση απενεργοποίησης των λογαριασμών αποτελεί απόφαση που λαμβάνεται αποκλειστικά βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας

Το δικαστήριο στέκεται ιδιαίτερα στο γεγονός πως οι αποφάσεις που κοινοποιήθηκαν στους ενάγοντες 1-2-4 είχαν διατυπωθεί με πολύ γενικό τρόπο, χωρίς την οποιαδήποτε αναφορά σε συμπεριφορά που αιτιολογεί τη λήψη της απόφασης. Η ίδια ασάφεια χαρακτηρίζει και την τελική ενημέρωση που δόθηκε στους οδηγούς, όπου μάλιστα ρητώς αναφέρεται πως η εταιρεία δεν είναι σε θέση να υπεισέλθει σε περισσότερες λεπτομέρειες.

Παράλληλα, κρίσιμο στοιχείο είναι η απουσία οποιασδήποτε προσωπικής επαφής της εταιρείας με τους τρεις εκ των τεσσάρων εναγόντων, οι οποίοι ποτέ δεν είχαν τη δυνατότητα να εκφέρουν την άποψή τους. 

Ως προς την απαιτούμενη ανθρώπινη παρέμβαση, προϋπόθεση η οποία πληρούτο κατά την εταιρεία και έγινε δεκτή από την πρωτόδικη απόφαση, το δικαστήριο επεσήμανε πως κάτι τέτοιο, σύμφωνα με την Ομάδα Εργασίας του Άρθρου 29, προϋποθέτει:

α. η τυχόν εποπτεία της απόφασης να είναι ουσιαστική και όχι απλώς συμβολική.

β. να διεκπεραιώνεται από άτομο το οποίο έχει την εξουσιοδότηση και την αρμοδιότητα να μεταβάλει την απόφαση.

γ. στο πλαίσιο της ανάλυσης, να εξετάζεται το σύνολο των σχετικών δεδομένων.

Ακολούθως και αντιστρέφοντας την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το Εφετείο έκρινε πως η πλήρωση των προϋποθέσεων αυτών πρέπει να τεκμηριωθεί επαρκώς από την εταιρεία, δεδομένου ότι οι σχετικές πληροφορίες βρίσκονται στη διάθεσή της, και όχι να αποτελεί αντικείμενο αντίκρουσης από τους ενάγοντες. Κατά το Εφετείο, η Uber δεν εκπλήρωσε την απαίτηση αυτή.

Τούτο διότι, μολονότι η εταιρεία προέβαλε τον ισχυρισμό πως η έρευνα επί των ενδείξεων απάτης γινόταν από υπαλλήλους της, δεν απέδειξε πως οι ενέργειές τους ήταν κάτι περισσότερο από συμβολική εποπτεία των ενδείξεων του αλγορίθμου ή πως αυτοί έλαβαν υπόψιν τους όλα τα σχετικά δεδομένα. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος πως θα μπορούσε κάτι τέτοιο να γίνει όταν οι αρμόδια ομάδα ελέγχου βρίσκεται στην Κρακοβία και αποφασίζει χωρίς ποτέ να ακούσει τη γνώμη των εμπλεκομένων οδηγών. Επίσης, η Uber δεν κατέστησε σαφές ποια είναι τα προσόντα και το επίπεδο γνώσεων των εν λόγω εργαζομένων.

Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία προκειμένου να διαπιστωθεί η απαιτούμενη ουσιαστική ανθρώπινη παρέμβαση.

γ) Ως προς το κατά πόσον μπορεί η Uber να επικαλεστεί εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης στη βάση εμπορικού απορρήτου

Η Uber υποστήριξε ότι οι πληροφορίες που ζητήθηκαν από τους ενάγοντες περιέχουν εμπορικά απόρρητα σχετικά με τις διαδικασίες καταπολέμησης της απάτης. Η παροχή των πληροφοριών αυτών θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση των διαδικασιών, αλλά και την ενίσχυση των ανταγωνιστών της.

Το δικαστήριο επεσήμανε πως η εξαίρεση του άρθρου 15 παρ. 4 αφορά στο δικαίωμα λήψης αντιγράφου και όχι στην παροχή ενημέρωσης της παραγράφου 1 της διάταξης. Εξαίρεση από την υποχρέωση της διάταξης αυτής θα μπορούσε να εισαχθεί υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 23 παρ.1θ, υπό την προϋπόθεση ότι ένας τέτοιος περιορισμός είναι αναγκαίος και αναλογικός. Το δικαστήριο επισημαίνει πως το άρθρο 41 του εθνικού νόμου εισάγει έναν τέτοιο περιορισμό, χωρίς ωστόσο να αποτελεί επαρκή βάση για την πλήρη απόρριψη του συνόλου των αιτημάτων. Παράλληλα, επικαλείται την αιτιολογική σκέψη 63 ΓΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία: «Το δικαίωμα αυτό δεν θα πρέπει να επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα ή τις ελευθερίες άλλων, όπως το επαγγελματικό απόρρητο ή το δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας και, ειδικότερα, το δικαίωμα δημιουργού που προστατεύει το λογισμικό. Ωστόσο, οι παράγοντες αυτοί δεν θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα την άρνηση παροχής κάθε πληροφορίας στο υποκείμενο των δεδομένων».

Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο κρίνει πως η Uber δεν δύναται να απορρίψει πλήρως αιτήματα παροχής πληροφοριών για λόγους προστασίας του εμπορικού απορρήτου.

Πηγή: lawspot.gr